«Η υγεία στο απόσπασμα το 2015»

«Η υγεία στο απόσπασμα το 2015»
Γράφει ο Μιχάλης Βλασταράκος, Πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου
Ο προϋπολογισμός του 2015 οδηγεί την υγεία της χώρας μας σε επικίνδυνη τροχιά. Εάν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα, η μεγάλη ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμε δεν θα είναι δυνατόν να αναταχθεί.

Οι κάτω του 4,5% του ΑΕΠ δαπάνες για την υγεία, όταν ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 7%, και με πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ δεν επιτρέπουν σε κανένα να προσδοκά ότι θα υπάρχει κοινωνικό κράτος, ότι θα υπάρχει ισότιμο δικαίωμα πρόσβασης όλων σε αναβαθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες υγείας.

Η Υγεία σε αριθμούς
Η κρατική επιχορήγηση του ΕΟΠΥΥ από τον τακτικό προϋπολογισμό είναι 526 εκ. €, το 2015, μειωμένη κατά 17% σε σχέση με το 2014 που εκτιμάται ότι θα κλείσει στα 633 εκ. €. Οι ασφαλιστικές εισφορές που θα εισπραχθούν από τον ΕΟΠΥΥ είναι υπεραισιόδοξες, αυξημένες (από 3.708 εκ. € το 2014 σε 3.782 εκ. € το 2015) κατά 74 εκ. €  όταν η μεγάλη ύφεση συνεχίζεται και όσες επιχειρήσεις διατηρούνται, μικρές ή μεγάλες, ακόμα εν ζωή, αδυνατούν να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές.
Το κονδύλι του ΕΟΠΥΥ για τις λοιπές παροχές ασθενείας είναι μειωμένο κατά 344 εκ. € (1.271 εκ. € το 2015 έναντι 1.625 εκ. € το 2014). Αυτό σημαίνει περικοπές σε παροχές των ασφαλισμένων. Ο ΕΟΠΥΥ το ΄12 και το ΄13 από το 1 εκατομμύριο €. περίπου που έπρεπε να χορηγήσει στα νοσοκομεία, χορήγησε μόνο περίπου 100 εκ. € με αποτέλεσμα τα νοσοκομεία να βιώνουν την αδυναμία να ανταποκριθούν στις ανάγκες των περιθαλπομένων (να λείπουν ακόμη και στοιχειώδη υλικά).
Η κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό για τα νοσοκομεία του ΕΣΥ είναι 1,118 δισ. €, το 2015, μειωμένη κατά 22,8% σε σχέση με το 2014, που εκτιμάται ότι θα κλείσει στα 1,499 δισ. €.
Ο προϋπολογισμός του υπουργείου Υγείας είναι 4,228 δισ. € το 2015, έναντι 4,744 δισ. € για το 2014, δηλαδή μειωμένος κατά 10,9%.  Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το 2014 ο προϋπολογισμός του υπουργείου Υγείας εκτιμάται ότι θα κλείσει στο 2,65% ενώ για το 2015 προβλέπεται να είναι στο 2,29% του ΑΕΠ.
Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη θα ανέλθει στα 2 δισ. € το 2015 (ίδια με αυτή του 2014), έναντι 2,371 δισ. € του 2013. Οι υπερβάσεις της φαρμακευτικής δαπάνης θα καλυφθούν με rebate και clawback. Το 2015, ωστόσο οι ανάγκες θα είναι κατά πολύ αυξημένες αφού θα συμπεριληφθούν περί τους 2,5 με 3 εκατομμύρια ανασφάλιστοι που μέχρι πέρυσι δεν καλύπτονταν φαρμακευτικά.
Διαφαίνεται επομένως ότι παντού υπάρχουν μειώσεις, ενώ οι ανάγκες της υγείας του Ελληνικού πληθυσμού αυξάνονται.
Το ΠΕΔΥ, αποδυναμωμένο μετά την αποχώρηση 2.500 ιατρών του ΕΟΠΥΥ και με την έλλειψη πολλών κλινικών ειδικοτήτων, σε πολλές περιοχές της χώρας, δεν μπορεί πλέον να καλύψει την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας.

Οι συμβεβλημένοι ιατροί με τον ΕΟΠΥΥ είναι πολλοί λίγοι, 5.000 περίπου, στο 1/3 των αναγκών. Χρειάζονται τουλάχιστον 15.000 συμβεβλημένοι ιατροί, για να μπορούν να καλύψουν αξιοπρεπή περίθαλψη του πληθυσμού της χώρας.

Αστικά κέντρα υγείας, παρά τις διακηρύξεις, που να εφημερεύουν επί 24ώρου βάσεως δεν έχουν ακόμη οργανωθεί. Είναι η απαραίτητη ανάγκη και λύση καθώς τα νοσοκομεία επιβαρύνονται με αυξημένη κατά 30% προσέλευση των πολιτών και για πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Οι διαγνωστικές εξετάσεις των ασφαλισμένων περικόπτονται συνεχώς με τα οριζόντια μέτρα (χαμηλός προϋπολογισμός 328 εκ. €  συν 24 εκ. €  που πρόσφατα περιλήφθηκαν) από 570 εκ. € που προβλέπουν οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, ενώ οι συμμετοχές των αρρώστων, τόσο σε φάρμακα όσο και σε εξετάσεις αυξάνονται σε σημαντικό βαθμό.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι η μέση συμμετοχή στην φαρμακευτική δαπάνη του ασφαλισμένου από το 10% που ήταν το 2008 έφτασε στο 28% το 2014 και αυξάνει συνεχώς με στόχο Πορτογαλίας το 35%.

Τα ΜΗΣΥΦΑ (όχι μη συνταγογραφούμενα, αλλά μη αποζημιούμενα από τον ΕΟΠΥΥ φάρμακα, όπως πραγματικά πρέπει να λέγονται) έχουν αυξηθεί σημαντικά από τα 800 στα 1.300 και η αυτοθεραπεία του ασθενή, μέσα από την απελπισία οδηγεί την υγεία στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Τα clawback και rebate είναι κλοπή από την τσέπη του εργαστηριακού ιατρού, δημιουργούν προβλήματα όχι μόνο στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας του ασθενή, αλλά στο κλείσιμο μικρομεσαίων εργαστηρίων και στη διατάραξη της σχέσης εμπιστοσύνης ιατρού ασθενή.

Οι προσλήψεις επικουρικών ιατρών δεν λύνουν προβλήματα και οι αμοιβές των 800 ευρώ στο νέο ιατρό (Επιμελητή Β’ και επικουρικό) ή 1.600 ευρώ (στον διευθυντή) έχουν εξουθενώσει οικονομικά κάθε ιατρό και δεν καλύπτουν τις δαπάνες για την στοιχειώδη επιβίωση.

Οι αυξήσεις των εισαγωγών στα νοσοκομεία λόγω της εγκατάλειψης από τον ασθενή της περίθαλψής του, σε 300.000 τα τελευταία χρόνια δημιουργεί ένα μεγάλο κόστος για τα νοσοκομεία της χώρας στην περίθαλψη αυτών των πολιτών – πάνω από 500 εκ. € – τα οποία αδυνατούν να καλύψουν οι κρατικές παροχές και η κοινωνική ασφάλιση (ΕΟΠΥΥ) με αποτέλεσμα μείωση του προσωπικού, έλλειψη υλικών, αδυναμία εκτέλεσης πράξεων, με ότι αυτό εξυπακούεται για ασφαλή νοσοκομειακή περίθαλψη.

Αντί για 5.000 νέους ιατρούς που χρειάζεται το σύστημα – νοσοκομεία (μόνιμους Επιμελητές Β’, όχι επικουρικούς), για να ανανεωθεί, οι προσλήψεις γίνονται με το σταγονόμετρο.  Από τους 1.200 ιατρούς που έχουν επιλεγεί, εδώ και τρία χρόνια από τα αρμόδια συμβούλια κρίσεως δεν έχουν διορισθεί ούτε οι μισοί.

Το ΕΣΥ αργοπεθαίνει, η πολιτεία παρατηρεί αμήχανα, χωρίς σχεδιασμό και οι πολίτες αγωνιούν για την τύχη τους ευχόμενοι να μην παραστεί ανάγκη να νοσηλευτούν. Κλίνες εντατικής θεραπείας (150-160 περίπου) παραμένουν εδώ και καιρό χωρίς στελέχωση κι ενώ υπάρχει υποδομή, ενώ θα μπορούσαν να νοσηλευτούν 4.000 πολίτες ετησίως και να σωθούν το 50% εξ αυτών, στατιστικά (2.000 ασθενείς).

Ηλεκτρονικό σύστημα ολοκληρωμένο δεν υπάρχει, πολλά τμήματα των νοσοκομείων δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ούτε κεντρικά με το υπουργείο Υγείας (και με τις ΥΠΕ) με αποτέλεσμα να υπάρχει ανοργανωσιά, κατασπατάληση πόρων, κακοδιαχείριση, ερασιτεχνισμός και έλλειψη σχεδιασμού προς το μέλλον. Οι 10.000 νοσηλευτές που λείπουν από τα νοσοκομεία αναγκάζουν τους συγγενείς να προσφέρουν ήδη τις υπηρεσίες στους ασθενείς συγγενείς τους.

Χωρίς όραμα και σχεδιασμό, υγεία – περίθαλψη δεν μπορεί να υπάρξει, που να αντέχει στο μέλλον και οι υπουργοί Υγείας μέχρι σήμερα, είναι υπουργοί των περικοπών και των λογιστικών κριτηρίων. Διαρθρωτικές αλλαγές δεν γίνονται και ούτε διαφαίνονται στο εγγύς μέλλον.
Λύσεις υπάρχουν, τις έχουν εφαρμόσει χώρες, με ασφαλή συστήματα υγείας και που δημιουργούν προοπτική. Η Ελλάδα έχει ένα σύστημα ασφαλιστικό που είναι έξω από τα εδραιωμένα συστήματα στη διεθνή κοινότητα  του Βeveridge, ενός συστήματος που στηρίζεται στην φορολογία (Αγλοσαξονικό) και του Bismark (Γερμανικό) που στηρίζεται στην κοινωνική ασφάλιση.

Εδώ έχουμε ένα σύστημα «ελληνικής έμπνευσης», με μίξη και των δύο συστημάτων (2,3% απο τη φορολογία του ΑΕΠ, 2% περίπου απο την κοινωνική ασφάλιση) αλλά και με τις ιδιωτικές δαπάνες στο 40% περίπου των ολικών δαπανών υγείας.

Λύσεις υπάρχουν και είναι:

Ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας – με δημόσιες δομές σε κάθε δήμο ή κοινότητα και Αστικά Κέντρα Υγείας που να εφημερεύουν, ώστε να αντιμετωπίζουν τα περιστατικά χωρίς την ανάγκη για το νοσοκομείο.

Με συμβεβλημένους ιατρούς με τον ΕΟΠΥΥ, με κατά πράξη και περίπτωση αμοιβή που να καλύπτουν  τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Με δυνατότητα σε όλους τους ιατρούς να συνάπτουν συμβάσεις με τον ΕΟΠΥΥ και του ασθενή να επιλέγει τον ιατρό του και αμοιβή όχι της ευτέλειας (των 10 ευρώ) μέσα όμως από συλλογική σύμβαση με τον Π.Ι.Σ και τους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους.

Διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα τα οποία να οδηγούν με επιστημονικό τρόπο και ασφαλή την ιατρική λειτουργία και να εξορθολογίζουν δαπάνες, χωρίς οριζόντια μέτρα. Ηλεκτρονική κάρτα υγείας (με ενδεχόμενο πιστωτικά όριο για κάθε ασθενή – με εξαίρεση τους χρονιους πάσχοντες), ώστε να γίνεται η πλήρης ενημέρωση του ιστορικού του ασθενή η καταγραφή και η παρακολούθηση online όλων των υπηρεσιών.
Η πλήρης ηλεκτρονικοποίηση του συστήματος και η σύνδεση όλων των επιπέδων της περίθαλψης μεταξύ τους, με κεντρικό έλεγχο και παρακολούθηση θα οδηγήσει με ορθούς τρόπους, τους οποίους οι προηγμένες χώρες έχουν εφαρμόσει εδώ και καιρό, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε προκλητή ζήτηση είτε από παρόχους είτε ασθενείς.
Οικογενειακός ιατρός με συμβολή στη διαχείριση του ιατρικού φακέλου, την πρόληψη και την αγωγή της υγείας, τον συμβουλευτικό ρόλο στον ασθενή (oχι gatekeeping) και o oποίος σε συνεργασία με τους συμβεβλημένους εξειδικευμένους ιατρούς και σε αγαστή συνεργασία με τα αστικά κέντρα υγείας θα μπορέσουν να αποσυμφορήσουν τα νοσοκομεία τα οποία θα πρέπει να ασχοληθούν με την υψηλή αποστολή την οποία έχουν, δηλαδή παροχή υψηλού επιπέδου και ασφαλή περίθαλψη.
Νοσοκομεία με οργάνωση, δημιουργία εξειδικευμένων κέντρων (τραυματιολογικών, κέντρων αποκατάστασης κλπ, με σύγχρονο management και υποδομή μέσα από στελέχωση και με δυναμικό τρόπο, θα δώσουν προοπτική για περίθαλψη που θα στεριώσει και θα ξεφύγει από το εκτελεστικό απόσπασμα, που είναι σήμερα.
Η συνεργασία της πολιτείας, σε συνεχή και όχι αποσπασματική παραγωγική διαδικασία, με τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (ως ανώτατο θεσμικό εκπρόσωπο των λειτουργών της υγείας αλλά και το ΚΕΣΥ δημιουργούν προοπτικές, που μπορεί ξανά να φέρουν αισιοδοξία και προοπτική και όχι να επιτείνουν την ήδη χαώδη κατάσταση, που λίαν επιεικώς μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα. Ας ελπίσουμε όλοι και ας συμβάλουμε μέσα από όραμα και σχεδιασμό, το 2015 που έρχεται σε λίγες μέρες να φέρει αισιοδοξία αντί για την κατάθλιψη και τον αργό θάνατο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *