Γνωμοδότηση περί ασκήσεως πειθαρχικής δίωξης κατά του ιατρού του ΕΣΥ Κ. Π.

ΠΡΟΣ: Ιατρικό Σύλλογο Αρκαδίας
κ.  Πρόεδρο

ΘΕΜΑ:   Γνωμοδότηση περί ασκήσεως πειθαρχικής δίωξης κατά του ιατρού του ΕΣΥ κ. Κ. Π.

Επί του θέματος που μου ετέθη υπόψη, επάγομαι τα ακόλουθα:
Οι σχετικές διατάξεις του ΒΔ 11-//1957 (ΦΕΚ Α 228/1957: κωδικ. Διατάξεων ΑΝ 1565/39 περί Ιατρικών Συλλόγων – Πειθαρχικών Συμβ., οι οποίες ρυθμίζουν τα της άσκησης πειθαρχικής δίωξης από τους οικείους Ιατρικούς Συλλόγους στους ιατρούς – μέλη τους, ορίζουν επί λέξει:

-Άρθρο 57: «Η παράβασις των καθηκόντων και υποχρεώσεων των επιβαλλομένων των ιατρών εκ των διατάξεων του παρόντος, του Α.Ν. 1565/39, του Κανονισμού Ιατρικής Δεοντολογίας, του εσωτερικού Κανονισμού του οικείου Ιατρικού Συλλόγου, των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού ως και του Δ.Σ. του Π.Ι.Σ. αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα κρινόμενον και κολαζόμενον υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συλλόγου διά Πειθαρχικής ποινής ανεξαρτήτως πάσης ποινικής ευθύνης ή άλλης συνεπείας κατά τους κειμένους Νόμους».
– Άρθρο 58  «1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά τριετίαν από της  τελέσεως αυτών, πάσα όμως πράξις Πειθαρχικής διαδικασίας ως και υποβολή της εγκλήσεως και πάσα πράξις ποινικής διώξεως, διακόπτει την παραγραφήν.
Εν πάση όμως περιπτώσει η προς οριστικήν παραγραφήν προθεσμία ουδέποτε δύναται να υπερβή τα πέντε έτη. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δύναται δι`αποφάσεων του να διατάξη την αναστολήν της Πειθαρχικής διώξεως εφ`όσον υφίσταται εκκρεμής ποινική δίωξις μέχρι πέρατος αυτής.  Εν τοιαύτη περιπτώσει ο χρόνος της παραγραφής του πειθαρχικού  παραπτώματος δεν συμπληρούται προ της παρόδου ενός έτους από της  τελεσιδικίας της αποφάσεως του Ποινικού Δικαστηρίου.

2. Ο αρμόδιος Εισαγγελεύς υποχρεούται να ανακοινοί αμελλητί εις τον     Πρόεδρον του οικείου Ιατρικού Συλλόγου παν κατά ιατρών Βούλευμα και    πάσαν καταδικαστικήν ή απαλλακτικήν απόφασιν.

3. Ο Γραμματεύς παντός πολιτικού ή ποινικού Δικαστηρίου υποχρεούται     να  αποστέλλη προς τον οικείον Ιατρικόν Σύλλογον αντίγραφα των σχετικών     βουλευμάτων ή αποφάσεων εντός 10 ημερών από της εκδόσεως των.

4. Περί της απονομής χάριτος εις καταδικασθέντα ιατρόν ή περί της    αποκαταστάσεως τούτου ειδοποιείται πάντοτε υπό του επί της Δικαιοσύνης     Υπουργείου διά του Π.Ι.Σ. ο Ιατρικός Σύλλογος εις ον ανήκει ο   καταδικασθείς».

-Άρθρο 61:  «1. Η Πειθαρχική εξουσία ασκείται υπό του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή επί εγγράφω ή προφορική αναφορά ή ανακοινώσει Δημοσίας Αρχής ή επί αιτήσει παντός ενδιαφερομένου.   2. Εντός το βραδύτερον 3 μηνών από της  αυτεπαγγέλτου ενάρξεως της Πειθαρχικής διώξεως ή 4 μηνών από της κατά το προηγούμενον άρθρον    αναφοράς, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον οφείλει να περατώση την ανάκρισιν και να εκδώση την οριστικήν αυτού απόφασιν, πλην εάν συντρέχωσι   περιπτώσεις του άρθρ.10 του παρόντος οπότε το εξάμηνον τούτο άρχεται από της προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου γνωστοποιήσεως της αποφάσεως του Δ.Σ. του Π.Ι.Σ. ή του Δικαστηρίου».

-Άρθρο 62:  «Εάν η δικαστική αρχή επελήφθη ποινικής κατά του ιατρού διώξεως, το  Πειθαρχικόν Συμβούλιον δεν κωλύεται να εξετάση την αυτήν πράξιν δικαιούμενον να αναστείλη, κατά την κρίσιν του την πειθαρχική δίωξιν μέχρι πέρατος της Ποινικής δίκης. Η αθωωτική ή καταδικαστική απόφασις του Δικαστηρίου δεν κωλύει το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εις την ενέργειάν του».

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με σαφήνεια συνάγεται ότι ο νομοθέτης έχει χορηγήσει ευρεία διακριτική ευχέρεια στη Διοίκηση -και εν προκειμένω στο οικείο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου- στο ζήτημα της πειθαρχικής δίωξης του ιατρού, όταν ταυτόχρονα έχει κινηθεί και η ποινική διαδικασία εναντίον του για την ίδια πράξη που συνιστά και την πειθαρχικά ελεγκτέα συμπεριφορά.

Κατά την σαφή διατύπωση του Νόμου το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίωξης εφόσον υφίσταται εκκρεμής ποινικής δίωξης και μέχρις πέρατος αυτής και, περαιτέρω, δικαιούται να αναστείλει –κατά την κρίση του- την πειθαρχική δίωξη μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης. Ο ίδιος ο νόμος δεν επιβάλλει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της απόφαση περί αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας.
Διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως υπάρχει –και- όταν ο Νόμος δεν δεσμεύει τα διοικητικά όργανα πλήρως (υπαγορεύοντάς τους μια προκαθορισμένη συμπεριφορά) αλλά παραχωρεί μία ελευθερία κινήσεων εντός ορισμένων ορίων για να εξασφαλίσει την ευλυγισία και προσαρμοστικότητα που είναι απαραίτητες για την ορθή και δίκαιη αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων και περιπτώσεων (ιδ. σε Π. Δαγτόγλου, γενικό διοικητικό δίκαιο, 3η έκδοση – Σάκκουλας, σελ. 145 επ.). Συνεπώς, κατά βάση, διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως είναι η νομική δυνατότητα της Διοικήσεως να επιλέγει ανάμεσα σε διάφορες εξίσου νόμιμες λύσεις (απόφαση για το αν, πότε και πώς).
Η ίδια η Διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται από το Νόμο (όπως στην προκειμένη περίπτωση) οφείλει πάντως να λειτουργεί εντός βασικών αρχών του κράτους δικαίου, υπηρετώντας τις ειδικότερες αρχές της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη, της αμεροληψίας και δίκαιης κρίσης.
Περαιτέρω, όπως γίνεται παγίως δεκτό, από την αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου απορρέει κατά βάση και το «τεκμήριο της αθωότητας». Το τεκμήριο αυτό καθιερώνεται και ρητά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο κατηγορούμενο για κάποιο αδίκημα τεκμαίρεται πως είναι αθώο, μέχρις ότου αποδειχθεί νόμιμα η ενοχή του (ιδ. σε Αργ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, Σάκκουλας, σελ. 51 επ). Η παραδοχή του ανωτέρω τεκμηρίου επηρεάζει γενικότερα την ποινική δίκη και επιβάλλει ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίζεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του ως μη ένοχος, αλλά ως απλώς ύποπτος. Σε κάθε περίπτωση, ειδικότερη έκφραση της βασικής αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας είναι η αρχή «in dubio pro reo» που σημαίνει ότι ακόμη και εάν υπάρχουν ελάχιστες αμφιβολίες για την ενοχή ενός προσώπου, τότε αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του ιατρού κ. Π. ή η αναστολή της μέχρις αμετάκλητης περατώσεως της ποινικής διαδικασίας που είναι σε εξέλιξη, είναι στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αρκαδίας. Σε κάθε περίπτωση, η αναστολή της πειθαρχικής δίωξης εν αναμονή της αμετάκλητης ποινική κρίσης, ευθυγραμμίζεται με το τεκμήριο της αθωότητας, όπως αναλύθηκε πιο πάνω και  αιτιολογεί με επάρκεια το «δια ταύτα» της σχετικής –διοικητικής- απόφασης.

Με εκτίμηση
Ο γνωμοδοτών Δικηγόρος

 

Η γνωμοδότηση του Δικηγορικού γραφείου φέρει και όνομα και υπογραφή του δικηγόρου και βρίσκετε στα χέρια του προέδρου του ΙΣΑ. Το Δ/Σ του Συλλόγου  θα πράξη με περίσκεψη και σωφροσύνη  τα δέοντα, μέσα στα σαφή πλαίσια, που προσδιορίζει ο κώδικας ιατρικής δεοντολογίας.

Ο πρόεδρος

Παπασταματάκης Γεώργιος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *